Ζώντας με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια

Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ή αλλιώς ΧΑΠ είναι μία χρόνια και προοδευτικά εξελισσόμενη νόσος των αεραγωγών, η οποία χαρακτηρίζεται από μη αναστρέψιμη απόφραξή τους. Η ΧΑΠ οφείλεται σε μακροχρόνια έκθεση στον καπνό του τσιγάρου ή σε άλλους οικιακούς, περιβαλλοντικούς και επαγγελματικούς ρύπους. Παρότι είναι μία νόσος που μπορεί να προληφθεί, συνεχίζει ακόμη και σήμερα, να αποτελεί μείζονα αιτία νοσηρότητας και θνητότητας σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η διαφορά της ΧΑΠ από άλλες θανατηφόρες ασθένειες, είναι ότι εξελίσσεται σε βάθος πολλών χρόνων, κατά τους οποίους η ποιότητα της ζωής των ασθενών προοδευτικά φθίνει. Για το λόγο αυτό, οι θεραπευτικές παρεμβάσεις επεκτείνονται σε πεδίο πολύ ευρύτερο, από αυτό της απλής φαρμακευτικής αγωγής.

Σήμερα, και όσο η πανδημία βρίσκεται σε εξέλιξη, υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη οι πάσχοντες από ΧΑΠ να μπορούν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα καθημερινά συμπτώματά τους στο σπίτι τους, ώστε να αποφεύγουν κατά το δυνατόν τις παροξύνσεις και τις νοσηλείες.

Συμπτώματα και Θεραπεία

Η δύσπνοια είναι το κυριότερο και βασανιστικότερο σύμπτωμα των ασθενών με ΧΑΠ. Οι ασθενείς αυτοί κουράζονται πολύ πιο εύκολα, ακόμα και σε απλές, καθημερινές δραστηριότητες και η κατάσταση αυτή τους επιφέρει αυξημένο άγχος και κατάθλιψη. Η δύσπνοια ουσιαστικά οφείλεται στην παγίδευση αέρα εντός των πνευμόνων, εξαιτίας της απόφραξης των αεραγωγών και της μείωση της ελαστικότητας των πνευμόνων, σε συνδυασμό με το αυξημένο έργο που έχουν να καταβάλουν οι αναπνευστικοί μύες, και κυρίως, το διάφραγμα.

Οι παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν τεχνικές αναπνοής και αποδοτικού βήχα με σκοπό την ανακούφιση από τη δύσπνοια, προγράμματα προσαρμοσμένης άσκησης, τεχνικές διαχείρισης άγχους, διαιτητικες συμβουλές και φυσικά παρεμβάσεις διακοπής καπνίσματος και υιοθέτησης ενός πιο υγιεινού τρόπου διαβίωσης. Όλα τα παραπάνω περιλαμβάνονται στα λεγόμενα προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης, τα οποία αποδεδειγμένα βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής των ασθενών και στην προ-COVIDεποχή λειτουργούσαν σε πολλά νοσοκομεία, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες προς τους ασθενείς.

Συγκεκριμένες τεχνικές αναπνοής μπορούν να βελτιώσουν το αίσθημα της δύσπνοιας των ασθενών. Στην αναπνοή με προτεταμένα χείλη, ο ασθενής εισπνέει με τη μύτη και να εκπνέει από το στόμα αργά, σχεδόν σε διπλάσιο από την εισπνοή χρόνο, έχοντας τα χείλη προτεταμένα σαν να πρόκειται να σφυρίξει χαλαρά και χωρίς καθόλου πίεση. Αυτή η τεχνική μπορεί να εφαρμόζεται τόσο κατά την ηρεμία όσο και κατά την κίνηση. Επιπλέον ανακούφιση μπορεί να προσφέρει στον ασθενή η ελαφρά κάμψη του κορμού προς τα εμπρός με τοποθέτηση των χεριών σε σταθερό σημείο (πχ τοίχος, τραπέζι, μηροί κλπ).

Με την τεχνική του ελεγχόμενου βήχα ο ασθενής μπορεί να εκμεταλλευθεί το βήχα του με αποδοτικό τρόπο, ώστε να μπορέσει να αποβάλει τα πτύελά του, να μειώσει τη δύσπνοιά του και να επιτύχει τη βρογχική τουαλέτα, προλαμβάνοντας έτσι τις λοιμώξεις που οφείλονται στην υπερσυσσώρευσή της. Ο ασθενής παίρνει οδηγίες να καθήσει γέρνοντας λίγο προς τα μπροστά, πατώντας σταθερά στο έδαφος και να βήξει δύο διαδοχικές φορές ώστε να μετακινηθεί αποδοτικά η βλέννη.

Οι ασθενείς με ΧΑΠ θα πρέπει να συνεχίζουν κατά το δυνατόν τις καθημερινές δραστηριότητές τους και κάποια μορφή αερόβιας άσκησης (συνήθως βάδισμα), αναγνωρίζοντας όμως, ότι θα προγραμματίσουν την πορεία τους, θα βαδίσουν στο δικό τους ρυθμό, θα εξασφαλίσουν τις στάσεις τους για ξεκούραση και θα εφαρμόσουν τις τεχνικές διευκόλυνσης της αναπνοής που έχουν διδαχθεί.

Η φυσική δραστηριότητα είναι από τις σημαντικότερες μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις στη ΧΑΠ. Με τη συστηματική άσκηση μειώνεται η δύσπνοια, διατηρούνται η μυϊκή και η οστική μάζα, βελτιώνονται η λειτουργικότητα, η αντοχή, η διάθεση και η ποιότητα του ύπνου, παράμετροι απαραίτητες για τη διαφύλαξη της ποιότητας της ζωής. Τουλάχιστον 30 λεπτά φυσικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει αερόβια άσκηση (συνήθως περπάτημα, κολύμπι ή ποδήλατο) και ασκήσεις ενδυνάμωσης άνω και κάτω άκρων είναι ο επιθυμητός στόχος, αλλά συχνά θα χρειαστεί εξατομίκευση σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού.

Το στρες είναι μέσα στην καθημερινότητα όλων μας, αλλά το ψυχικό στρες μπορεί να επιδεινώσει τη δύσπνοια των ασθενών με ΧΑΠ. Ψυχομετρικά τεστ έχουν επίσης δείξει ότι οι ασθενείς αυτοί βιώνουν αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, όπως συνήθως συμβαίνει στα χρόνια και εξελισσόμενα νοσήματα. Οι σημαντικές αλλαγές στην προσωπική, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή που η ασθένεια αυτή επιφέρει, είναι διαρκείς στρεσογόνοι παράγοντες, στους οποίους, ανάλογα και με την προσωπικότητά τους οι ασθενείς αντιδρούν με κατάθλιψη, φόβο, άγχος ακόμα και κρίσεις πανικού. Τα συναισθήματα αυτά επιβαρύνουν τη δύσπνοια, παγιδεύοντας τους ασθενείς σε ένα φαύλο κύκλο δύσπνοιας, κόπωσης, αποφυγής της δραστηριότητας και επακόλουθης επιδείνωσης της φυσικής κατάστασης. Για το λόγο αυτό, η διαχείριση του άγχους είναι πολύ σημαντική για την ποιότητα ζωής των ασθενών με ΧΑΠ. Η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία βοηθά στον έλεγχο των αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων, ενώ η τεχνική χαλάρωσης με χρήση της διαφραγματικής αναπνοής μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση κρίσεων άγχους, πανικού και επακόλουθης δύσπνοιας. Οι «εναλλακτικές» αυτές μέθοδοι αντιμετώπισης του άγχους και της κατάθλιψης των ασθενών με ΧΑΠ προτείνονται, καθώς φαρμακευτική αγωγή με αγχολυτικά συχνά αντενδείκνυται, επειδή καταστέλλουν το αναπνευστικό κέντρο ενώ τα αντικαταθλιπτικά δεν έχουν αποδειχθεί τόσο αποτελεσματικά σε αυτούς τους ασθενείς.

Οι ασθενείς με ΧΑΠ συχνά εμφανίζουν κακή ποιότητα ύπνου, είτε λόγω νυχτερινών συμπτωμάτων δύσπνοιας και βήχα, είτε λόγω άγχους και κατάθλιψης, είτε λόγω συνυπάρχοντος συνδρόμου υπνικής άπνοιας. Ο καλός βραδινός ύπνος μειώνει το αίσθημα κόπωσης και άγχους, αυξάνει την ενέργεια και βελτιώνει τη διάθεση. Αναλόγως του αιτίου που παραβλάπτει την ποιότητα του ύπνου, θα πρέπει να γίνει και η ανάλογη παρέμβαση.

Η διατήρηση φυσιολογικού βάρους επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την πρόγνωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών με ΧΑΠ. Η υποθρεψία μειώνει τη μυϊκή ισχύ, ενώ η παχυσαρκία αυξάνει το μυϊκό έργο, επιβαρύνοντας σε κάθε περίπτωση την ικανότητα για άσκηση. Η αξία της πλήρους και ισορροπημένης διατροφής είναι γνωστή, αλλά οι ασθενείς με ΧΑΠ λαμβάνουν επιπλέον οδηγίες να προτιμούν μαλακές τροφές, που δεν χρειάζονται πολύ μάσημα, ώστε να μην κουράζονται και να λαμβάνουν μικρά και συχνά γεύματα, καθώς η δύσπνοια τους εμποδίζει να καταναλώνουν μεγάλα γεύματα και τους δημιουργεί δυσπεψία. Την ώρα του γεύματος, οι ασθενείς πρέπει να συγκεντρώνονται με ηρεμία στο πιάτο τους και να μασούν αργά, μικρές μπουκιές. Συνιστάται επίσης αποφυγή τροφών που προκαλούν «φούσκωμα» όπως ανθρακούχα αναψυκτικά, όσπρια και συγκεκριμένα λαχανικά. Τα υγρά προτείνονται ενδιάμεσα στα γεύματα και όχι κατά τη διάρκειά τους. Η διατροφή των ασθενών με ΧΑΠ υποχρεωτικά πρέπει να περιλαμβάνει άφθονες φυτικές ίνες και αρκετό νερό, ώστε να αποφεύγεται η δυσκοιλιότητα.

Κλείνοντας, η σημαντικότερη μη φαρμακευτική παρέμβαση, ικανή ακόμα και μόνη της να ανακόψει το σπιράλ επιδείνωσης της ΧΑΠ είναι η διακοπή του καπνίσματος. Οι ασθενείς που καταφέρνουν να διακόψουν το κάπνισμα, βλέπουν άμεση βελτίωση των συμπτωμάτων τους, ενώ μακροπρόθεσμα επιβραδύνεται ο ρυθμός απώλειας της αναπνευστικής τους ικανότητας, μειώνεται η συχνότητα των αναπνευστικών λοιμώξεων και των εξάρσεων και ελαττώνεται η πιθανότητα εμφάνισης κακοήθειας ή καρδιακής νόσου. Παρά τα προφανή οφέλη από τη διακοπή του καπνίσματος, η διαδικασία αυτή μπορεί να είναι πολύ δύσκολη για έναν μακροχρόνιο καπνιστή, καθώς η απεξάρτηση από τη νικοτίνη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για το λόγο αυτό έχουν αναπτυχθεί ολοκληρωμένα προγράμματα υποβοήθησης της διακοπής του καπνίσματος, που κάνουν χρήση τόσο φαρμακευτικής αγωγής όσο και συμβουλευτικής. Κανένας καπνιστής δεν θα πρέπει να μένει μόνος σε αυτή τη διαδικασία, της οποίας η επιτυχία είναι μονόδρομος.

Σε μία εποχή που η ανάγκη ολιστικής, πολύπλευρης προσέγγισης της ιατρικής τονίζεται όλο και περισσότερο, η αντιμετώπιση της ΧΑΠ αποτελεί ήδη ένα τέτοιο παράδειγμα, καθώς η θεραπεία της ξεπερνά τα στενά όρια της φαρμακευτικής αγωγής. Η φαρμακοθεραπεία από μόνη της δεν μπορεί να βοηθήσει επαρκώς τους ασθενείς με ΧΑΠ, οι οποίοι θα πρέπει αφενός να εκπαιδευτούν πάνω στη νόσο τους και αφετέρου να συμμετέχουν ενεργά στην αντιμετώπισή της, παλεύοντας καθημερινά με τους φυσικούς περιορισμούς και τη ψυχική καταπόνηση που αυτή τους επιφέρει.